Στις πολιτείες που ακουμπούνε στο νερό υπάρχουν μικρά ανοίγματα ανάμεσα στα βάθη και στα παραμύθια, ρίχνω μικρά μπουκέτα φεγγαριού και το υδάτινο στους ώμους του περιέχει άνθη απ’ το Βορρά και λευκάδα αληθινή. Μικρές πολύχρωμες κυματιστές γιρλάντες τρεμουλιάζουν σε γαλάζιο χαρτί κι η στρογγυλάδα των δαχτύλων μου ενώνεται με τις απλωσιές του κόσμου, εκεί που τα πράγματα υπάρχουν πάντα, ξεπετάγονται αξεχώριστα και μαλακώνουν την εκπνοή μας.
Όλη τη μέρα μιλάω με σχήματα, ένα τριαντάφυλλο που όλο μακραίνει, ένα φλιτζάνι καφές, τα βότσαλα μπροστά στο κύμα – στρογγυλεμένα σκληρά βότσαλα – οι αχτίνες του ήλιου στο νερό, η αδελφοσύνη της θάλασσας, καρπούζι γλυκό, πουλάκι με βρεγμένο κεφάλι, κεντήματα και βελόνες μεταξωτές, μια γάτα που με χαϊδεύει μην νυχτώσω, χρονολογίες και παλιές εφημερίδες. Να ‘ρχεσαι μέσα από μικρά καθρεφτάκια, ν’ ανοίγω την αυγή και να σου ζωγραφίζω τα όνειρα και τα μικροπράγματα του κόσμου.
Στο νησί που πατώ έχει σκαλισμένα μυστικά, τρίβεται στο δέρμα μου άμμος και γαλάζια φύλλα. Διψώ, μαθαίνω τη δροσιά του νερού, το στόμα μου γεμίζει ζουμερά ροδάκινα, έχουμε χρόνο να μισανοίξουμε τα βλέφαρα, ψιθυρίζω στη θάλασσα τρεις λόγους που με κάνουν να γελώ, γελούν όλα μου τα κομμάτια και μετά σκορπίζονται, κατεβαίνουν στα βαθιά και περιμένουν να τ’ ακουμπήσει το φως.
Στην άλλη άκρη εξουθενωμένες ψυχές κολλούν στο τσιμέντο, καίγονται απ’ τη μανία του ήλιου, έχουν να διηγηθούν μικρές αλήθειες μα το νερό παντού γέμισε πέτρες, μεγάλες αδίστακτες πέτρες, στέκονται πάνω τους με συρμάτινα μάτια, ψιθυρίζουν στη θάλασσα αφάνειες χωρίς γλώσσα και χέρια, αφουγκράζομαι τη γη, πόσο λάθος ονειρευόμαστε γύρω από την καρδιά της.
Πρωί στην κοιλάδα με τα ηλιοτρόπια, τα χρώματα γέρνουν το κεφάλι τους κι ανάμεσα απ’ τα κοτσάνια ξεδιπλώνονται άγνωστα μέρη, ζωντανεύουν νοήματα, σκουρόχρωμοι σπόροι βεβαιώνουν τα μάτια σου, έχω δικαίωμα να λύνω τα σχήματα
Μεσημέρι στο πάθος της θάλασσας, χορεύω ανάμεσα στα πόδια της, πεταρίζουν μικρές λαχτάρες, αστραποβολούν στον ώμο μου και κουρνιάζουν στις εσοχές των βράχων που σκάνε τα κύματα, τις σηκώνω μέσα στα χέρια μου, ο εαυτός μας άπτεται στα σωθικά των στιγμών, πόσο καθαρό ετούτο το φως
Απόγευμα στην κοιλάδα με τις αποστάσεις, κοφτή η ανάσα σε κάθε βήμα, χρόνια τώρα μας φυσούν οι άνεμοι κι έχουμε την αίσθηση πως πετάμε, τα πεύκα σκορπούν τη μυρωδιά τους και κάθε ήχος σου γδέρνεται από το συντονισμό των τζιτζικιών, φέρνω στα χείλη μου τα όρια των λέξεων, κάθε βασίλειο ανοίγει το στόμα του και με μεθά
Βράδυ, με καθηλώνουν τα φώτα που κοιτώ από ψηλά, βουΐζουν άνθρωποι μέσα από πέτρινα τείχη, σκεπάζουν την πόλη, αποκαλύπτουν πράγματα, μα δεν μας αφορά, στην πιο σκοτεινή πράξη του φάρου εκπνέω αλήθειες, στο κόκκινο φως του γίνομαι ρόδο, με μια αντιφατική ηρεμία κουνώ τα βλέφαρα και κάθε έξαψη της νυχτιάς ενώνεται με τη δροσιά που στάζει από τα γυάλινα άστρα. Τίποτα δεν είπαμε σ’ αυτή τη γλώσσα.